Στη
διδασκαλία του Πλάτωνα
για τις «Ιδέες» η πορεία της
σκέψης των μαθητών και των αναγνωστών
του ξεκινούσε από τις «ιδέες»
(«είδη»),
σαν πρότυπα του όντος, για να πάει
από τη μιά μεριά, προς τα φαινόμενα του
αισθητού κόσμου που
δήθεν αλλοιώνουν τις αληθινές
μορφές ή αιτίες του
όντος, και από την άλλη προς τις
έννοιες, που αποδίδουν την
ουσία των φαινομένων (την ταυτόσημη,
γενική και αναλλοίωτη βάση τους).
Ενώ
όμως, σύμφωνα με τη θεωρία του Πλάτωνα,
η σκέψη πρέπει να πηγαίνει από τις
«ιδέες» (μορφές του
όντος στις ιδέες - έννοιες
του όντος), η
πορεία της
σκέψης που
τον
οδήγησε στη
θεωρία του ήταν προφανώς η
αντίστροφη: ο Πλάτων
στηριζόταν στη διδασκαλία του Σωκράτη
για τη σημασία που
έχουν οι έννοιες για τη
γνώση του όντος.
Δεδομένου
ότι η γνώση κατευθύνεται στην αναλλοίωτη
ουσία των πραγμάτων και ότι οι βασικές
ιδιότητες των αντικειμένων είναι
ιδιότητες που αποκαλύπτονται με τις
έννοιες για τα
αντικείμενα, ο Πλάτων
χρησιμοποίησε αυτή τη σημασία
των εννοιών για
να
ισχυριστεί ότι
δήθεν οι έννοιες
δεν
είναι μόνο οι σκέψεις
μας για το όν, αλλά
το
ίδιο το
όν και μάλιστα το
γνήσιο όν.
Οι
έννοιες δεν είναι έτσι μόνο γνωσιολογικές
ή λογικές εικόνες,
αλλά
πρώτα απ’
όλα «οντικές» ουσίες.
Σαν
ουσίες είναι
ανεξάρτητες από την κυμαινόμενη αισθητή
ύπαρξη των πραγμάτων.
Είναι
έννοιες που υπάρχουν αυτές καθεαυτές,
με τρόπο αυτοδύναμο και ανεξάρτητο.
Το
ζήτημα της σημασίας των εννοιών για
το όν
και για τη γνώση βρισκόταν στο επίκεντρο
της προσοχής και
του Αριστοτέλη.
Πραγματευόμενος
αυτό το πρόβλημα ο Αριστοτέλης
προσπαθεί να
προσδιορίσει με
ακρίβεια
τη
θέση του απέναντι στη θεωρία
των «ιδεών» του Πλάτωνα.